ἔγκαυμα

ἔγ-καυμα, ατος, τό, ([etym.] ἐγκαίω)
A mark burnt in, sore from burning, Luc.DDeor.13.2, al.
II encaustic picture, Pl.Ti.26c, JHS41.195 (Delos, ii B. C.), Dicaearch.1.8, Plu.2.759c.
III ulcer in the eye, Aët.7.27.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔγκαυμα — mark burnt in neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έγκαυμα — Βλάβη των ιστών, που προκαλείται από θερμότητα, καυστικές χημικές ουσίες, ηλεκτρισμό ή ηλεκτομαγνητική ακτινοβολία, που δρουν κυρίως με την πήξη των πρωτεϊνών του πρωτοπλάσματος, καταστρέφοντας τα κύτταρα. Τα αποτελέσματα της δράσης της… …   Dictionary of Greek

  • έγκαυμα — [энгавма] ουσ. о. ожог …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • έγκαυμα — το, ατος η βλάβη που προκαλείται στους ιστούς του σώματος από αντικείμενο που καίει ή από διαβρωτική χημική ουσία ή από ακτινοβολία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐγκαυμάτων — ἔγκαυμα mark burnt in neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκαύμασι — ἔγκαυμα mark burnt in neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκαύμασιν — ἔγκαυμα mark burnt in neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκαύματα — ἔγκαυμα mark burnt in neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καψιά — η 1. κάψιμο, έγκαυμα 2. η ουλή που απομένει από το έγκαυμα 3. το διακριτικό σημείο που σχηματίζεται στους γλουτούς τών ζώων με πυρακτωμένο σίδερο. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. καψ (αόρ. έ καψ α τού καίω) + κατάλ. ιά, (πρβλ. κλεψ ιά, κοψ ιά)] …   Dictionary of Greek

  • φωΐς — και φοΐς, ΐδος και συνηρ. τ. φῴς, φῳδός, ἡ, Α φυσαλλίδα στην επιφάνεια τού δέρματος, που οφείλεται σε έγκαυμα και περιέχει υδαρές υγρό, φλύκταινα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά την πιθανότερη άποψη, ο τ. ανάγεται στη μορφή *bhō w τής ρίζας τού… …   Dictionary of Greek

  • καψιά — η 1. έγκαυμα, κάψιμο. 2. η ουλή που μένει από έγκαυμα. 3. το διακριτικό σημάδι που σχηματίζεται με πυρακτωμένο σίδερο στους γλουτούς των ζώων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.